ἀφλοισμός

ἀφλοισμός
Grammatical information: m.
Meaning: `foaming at the mouth' (Ο 607).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Possibly verbal noun in -σμός to ἔφλιδεν διέρρεεν; διαπέφλοιδεν διακέχυται; πεφλοιδέναι φλυκταινοῦσθαι H. etc., s. φλιδάω. With ἀ- copulative? Or after ἀφρός?
Page in Frisk: 1,196

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αφλοισμός — ἀφλοισμός, ο (Α) οι αφροί που βγάζει κανείς από το στόμα όταν είναι έξαλλος από θυμό. [ΕΤΥΜΟΛ. «Άπαξ ειρημένη» ομηρική λέξη (Ιλ. Ο 607) που έχει ερμηνευθεί από τους σχολιαστές ως παράλληλος, πιθ. αιτωλικός, τ. του αφρός. Πρόκειται για δηλωτική… …   Dictionary of Greek

  • ἀφλοισμός — foaming at the mouth masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφλοισμοῖο — ἀφλοισμός foaming at the mouth masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφλοισμοῦ — ἀφλοισμός foaming at the mouth masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀφλοισμῷ — ἀφλοισμός foaming at the mouth masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • bhlei-2 —     bhlei 2     English meaning: to swell     Deutsche Übersetzung: “aufblasen, schwellen, strotzen, ũberfließen”     Note: extension from bhel ds.     Material: Nor. dial. bleime, O.S. blēma “ bleb on the skin “ (compare Nor. bläema ds. under… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.